Ιστορία του διαδικτύου

 Η ιστορία του Διαδικτύου ξεκινά με την ανάπτυξη των ηλεκτρονικών υπολογιστών στη δεκαετία του 1950. Οι πρώτες έννοιες του δικτύου ευρείας περιοχής προήλθαν από διάφορα εργαστήρια πληροφορικής στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία.[1] Το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ ανέθετε συμβάσεις έργων ήδη από τη δεκαετία του 1960, όπως για την ανάπτυξη του ARPANET από τους Ρομπέρ Τέιλορ και Λόρενς Ρόμπερτς. Το 1969 στάλθηκε το πρώτο μήνυμα μέσω του ARPANET, από το εργαστήριο του Καθηγητή πληροφορικής Λέναρντ Κλέινροκ στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, Λος Άντζελες (UCLA) προς το δεύτερο κόμβο του δικτύου στο Ερευνητικό Ίδρυμα του Στάνφορντ (SRI).

Τα δίκτυα μεταγωγής πακέτων όπως το δίκτυο NPL, το ARPANET, το Δίκτυο Μεριτ, το CYCLADES, και το Telenet, αναπτύχθηκαν περί τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και τις αρχές της δεκαετίας του 1970 με χρήση μιας ποικιλίας από πρωτόκολλα επικοινωνίας.[2] Ο Ντόναλντ Ντέιβις ήταν ο πρώτος που επέδειξε μεταγωγή πακέτων το 1967, στο Εθνικό Εργαστήριο Φυσικής (NPL) στο Ηνωμένο Βασίλειο.[3][4] Το ARPANET οδήγησε στην ανάπτυξη των πρωτοκόλλων για διαδικτύωση, όπου πολλαπλά χωριστά δίκτυα θα μπορούσαν να ενταχθούν σε ένα ενιαίο δίκτυο δικτύων.

Η σουίτα πρωτοκόλλου διαδικτύου (TCP/IP) αναπτύχθηκε από τους Ρόμπερτ Καν και Βιντ Σερφ κατά τη δεκαετία του 1970 και αποτέλεσε το πρότυπο πρωτόκολλο διαδικτύου στο ARPANET, ενσωματώνοντας έννοιες από το γαλλικό πρόγραμμα ΚΥΚΛΑΔΕΣ του Λουίς Πουζίν. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 το NSF χρηματοδότησε την ίδρυση των εθνικών κέντρων υπερυπολογιστών σε διάφορα πανεπιστήμια, και το 1986 τους παρείχε διασυνδεσιμότητα με το πρόγραμμα NSFNET. Οι εμπορικοί πάροχοι υπηρεσιών Διαδικτύου άρχισαν να εμφανίζονται περί τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Το 1990 το ARPANET αποσύρθηκε. Το 1989-90 σε αρκετές Αμερικανικές πόλεις εμφανίστηκαν οι πρώτες περιορισμένες ιδιωτικές συνδέσεις σε μέρη του Διαδικτύου από επίσημες εμπορικές οντότητες,[5] και το 1995 αποσύρθηκε το NSFNET, μαζί με τους τελευταίους περιορισμούς σχετικά με τη χρήση του Διαδικτύου στην εμπορική κίνηση.

Τη δεκαετία του 1980, οι έρευνες στο CERN της Ελβετίας του Βρετανού επιστήμονα πληροφορικής Τιμ Μπέρνερς Λι, απέδωσαν τον Παγκόσμιο Ιστό, ένα σύστημα διασυνδεμένων εγγράφων υπερκειμένου προσπελάσιμο από οποιοδήποτε κόμβο του διαδικτύου.[6] Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, το Διαδίκτυο είχε έναν επαναστατικό αντίκτυπο στον πολιτισμό, το εμπόριο και την τεχνολογία, όπως την προαγωγή της γρήγορης επικοινωνίας με ηλεκτρονικό ταχυδρομείοανταλλαγή άμεσων μηνυμάτων, τηλεφωνικές κλήσεις με VoIP, βιντεοκλήσεις, και του Παγκόσμιου Ιστού με τα διαδικτυακά φόρουμτα ιστολόγια, τις εφαρμογές κοινωνικής δικτύωσης και τις αγορές από ηλεκτρονικά καταστήματα. Η ερευνητική και εκπαιδευτική κοινότητα συνεχίζει να αναπτύσσει και να χρησιμοποιεί προηγμένα δίκτυα όπως το JANET στο Ηνωμένο Βασίλειο και το Internet2 στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυξανόμενες ποσότητες δεδομένων μεταδίδονται με ολοένα και υψηλότερες ταχύτητες μέσω δικτύων οπτικών ινών που τρέχουν στα 1 Gbit/s, 10 Gbit/s ή περισσότερο. Ιστορικά, το Διαδίκτυο ανέλαβε τον έλεγχο του τοπίου στις παγκόσμιες επικοινωνίες σχεδόν άμεσα: το 1993 μόνο το 1% των πληροφοριών μεταφέρονταν μέσω τηλεπικοινωνιακών δικτύων αμφίδρομης κατεύθυνσης, το 2000 το ποσοστό είχε ήδη ανέλθει σε 51%, και το 2007 έφτασε το 97%.[7] Σήμερα, το Διαδίκτυο συνεχίζει να επεκτείνεται, κινούμενο από ολοένα και μεγαλύτερες ποσότητες διαδικτυακών πληροφοριών, και εφαρμογών εμπορίου, ψυχαγωγίας και κοινωνικής δικτύωσης. Εν τούτοις, το μέλλον του διαδικτύου σε παγκόσμιο επίπεδο διαμορφώνεται διαφορετικά ανά περιοχή.

Πρόδρομοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η έννοια της επικοινωνίας δεδομένων – της μετάδοσης δεδομένων μεταξύ δύο διαφορετικών θέσεων διαμέσου ενός ηλεκτρομαγνητικού μέσου, όπως το ραδιόφωνο ή ένα ηλεκτρικό καλώδιο – προηγείται της εμφάνισης των πρώτων υπολογιστών. Αυτά τα συστήματα επικοινωνίας συνήθως περιορίζονταν σε επικοινωνία σημείο-με-σημείο μεταξύ των ακροδεκτών δύο συσκευών. Οι σηματοφόρες γραμμές, τα τηλεγραφικά συστήματα και οι συσκευές τηλετυπίας μπορούν να θεωρηθούν ως οι πρόδρομοι αυτού του είδους επικοινωνίας. Στα τέλη του 19ου αιώνα η τηλεγραφία ήταν το πρώτο πλήρως ψηφιακό σύστημα επικοινωνίας.

Τα θεμελιώδη θεωρητικά έργα για την μετάδοση δεδομένων και η θεωρία της πληροφορίας αναπτύχθηκαν από τους Κλοντ Σάνον, Χάρι Νύκουιστ, και Ραλφ Χάρτλευ στις αρχές του 20ου αιώνα.

Οι πρώτοι υπολογιστές είχαν μια κεντρική μονάδα επεξεργασίας και απομακρυσμένα τερματικά. Καθώς η τεχνολογία εξελίχθηκε, επινοήθηκαν νέα συστήματα που επέτρεπαν την επικοινωνία σε μεγαλύτερες αποστάσεις (για ακροδέκτες) ή με υψηλότερη ταχύτητα (για τη διασύνδεση τοπικών συσκευών) που ήταν απαραίτητα για το πρότυπο του κεντρικού υπολογιστή. Οι τεχνολογίες αυτές κατέστησαν δυνατή την ανταλλαγή δεδομένων (όπως αρχείων) μεταξύ απομακρυσμένων υπολογιστών. Ωστόσο, το πρότυπο επικοινωνίας σημείο-με-σημείο ήταν περιορισμένο, καθώς δεν επέτρεπε την άμεση επικοινωνία μεταξύ δύο οποιωνδήποτε αυθαίρετα επιλεγμένων συστημάτων, και ήταν απαραίτητη μία φυσική σύνδεση. Η τεχνολογία αυτή θεωρούταν επίσης, ως μη ασφαλής από στρατηγική άποψη και για στρατιωτική χρήση, διότι οι επικοινωνιακές διαδρομές ήταν μοναδικές και δεν υπήρχαν εναλλακτικές σε περίπτωση επίθεσης του εχθρού.

Ανάπτυξη των δικτύων ευρείας περιοχής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι πρώτοι υπολογιστές συνδέονταν άμεσα με τα τερματικά που χρησιμοποιούνταν από μεμονωμένους χρήστες, συνήθως στο ίδιο κτίριο ή τόπο. Τα δίκτυα αυτά έγιναν γνωστά ως τοπικά δίκτυα υπολογιστών (LAN). Κατά τη δεκαετία του 1950 αναδύθηκε η εξέλιξη αυτών με την ονομασία δίκτυα ευρείας περιοχής (WAN), που καθιερώθηκε κατά τη δεκαετία του 1960.


Μπουλμπουλ Οκαν

Πηγήhttps://el.wikipedia.org/wiki/%CE%99%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%84%CF%8D%CE%BF%CF%85

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Γιατί είναι κρυμμένος ο σκοτεινός ιστός;

Ορισμός και βασικά χαρακτηριστικά για το internet